4η εκπομπή της Ελευθεριακής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης στον 1431ΑΜ

4η εκπομπή της Ελευθεριακής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης στον 1431ΑΜ

Η 4η εκπομπή της Ελευθεριακής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης (μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας) στο Ελεύθερο Κοινωνικό Ραδιόφωνο 1431ΑΜ, στις 13/04/2018.

Θέματα:

• Απεργία πείνας-δίψας Β. Δημάκη

• Τάσος Θεοφίλου

• Αμβρόσιος-προσαγωγές ατόμων lgbtqi+ κοινότητας

• ZAD (Νάντη Γαλλίας) • Παλαιστίνη – εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο

• Εκδηλώσεις προσυνεδριακού διαλόγου της Αναρχικής Ομοσπονδίας

• Οικονομική ενίσχυση για δικαστικά έξοδα συντρόφων από την αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας

• Φεστιβάλ αυτοοργανωμένων ραδιοφώνων 20-22/04/18

• Bar οικονομικής ενίσχυσης ΕΠΘ 17/04/18

ΟΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΤΡΙΔΑ – Κάλεσμα στην παμβαλκανική πορεία 10/3/2018 Θεσ/νικη

ΟΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΤΡΙΔΑ – Κάλεσμα στην παμβαλκανική πορεία 10/3/2018 Θεσ/νικη

Η αναθέρμανση του μακεδονικού ζητήματος αποτέλεσε μια σπάνια ευκαιρία για κάθε λογής εθνικιστικό και φασιστικό κατακάθι να πάρει μια θέση στον δημόσιο λόγο και να προσπαθήσει να προωθήσει τα δολοφονικά πολιτικά του σχέδια. Τα εθνικιστικά συλλαλητήρια σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα εξυπηρέτησαν αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Έγινε φανερό και στους πλέον αφελείς, ότι ο υποτιθέμενα α-κομμάτιστος και α-πολίτικος χαρακτήρας του συλλαλητηρίου, που διαφημίστηκε με τόση επιμέλεια από τα ΜΜΕ, ήταν απλώς μια προβιά που από κάτω της κρύφτηκε το θηρίο -και όπως αποδείχτηκε, δε του πήρε πολύ να νιώσει σίγουρο και να φανερώσει το πραγματικό του πρόσωπο. Κάπως έτσι, οι χρήσιμοι ηλίθιοι μετατράπηκαν σε επικίνδυνους ηλίθιους. Είναι προφανές πως αρκετές τάσεις του ακροδεξιού κι εθνικιστικού χώρου θεωρούν πως ήρθε η ώρα για ένα κοινοβουλευτικό κόμμα της ακροδεξιάς πέρα από τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Επίσης προφανές είναι όμως πως από το ιδεολόγημα της εθνικής ενότητας, που αποβλέπει στην ενστάλαξη της συμφιλίωσης με την ταξική και κοινωνική ανισότητα και καταπίεση, δεν ωφελούνται μόνο αυτοί οι κύκλοι αλλά σχεδόν το σύνολο της κυριαρχίας, καθώς η εξάπλωση του εθνικιστικού δηλητηρίου κατακερματίζει την κοινωνική βάση και την αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά της προβλήματα και συμφέροντα, ειδικά σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας δεν πρέπει να ικανοποίησαν τους διοργανωτές των 2 συλλαλητηρίων. Παρά τις διθυραμβικές κορώνες τις επόμενες των συλλαλητηρίων μέρες, η προσέλευση κόσμου ούτε κατά διάνοια προσέγγισε αυτή των αντίστοιχων συλλαλητηρίων του 1992, και βέβαια ούτε καν άγγιξε έστω και ένα δέκα τοις εκατό από την οροφή του 1.500.000 που ήθελαν να επιτύχουν οι σε πλήρη κινητοποίηση ακροδεξιοί και εθνικιστικοί κύκλοι. Παρ’ όλα αυτά, αρκετές χιλιάδες πλαισίωσαν και συμμετείχαν στο εθνικιστικό παραλήρημα. Αυτό το γεγονός έθεσε αναπόφευκτα το ερώτημα αν είναι όλοι όσοι συμμετείχαν στις πατριωτικές φιέστες φασίστες. Η απάντηση, κατά την άποψη μας, είναι ότι μπορεί να μην είναι όλοι φασίστες αλλά αποτελούν το κοινωνικό στήριγμα του φασισμού και του εθνικισμού και σίγουρα είναι το πιο δεκτικό σε αυτές τις ιδέες ακροατήριο, ένα προς αξιοποίηση δυναμικό. Και αυτό αναδεικνύεται πιο έντονα από οτιδήποτε άλλο από την ίδια την πραγματικότητα: στα πλαίσια των συλλαλητηρίων φασιστικές ομάδες επιτέθηκαν σε χώρους αγώνα κι ευθύνες έχουν όλοι όσοι διαδήλωναν μαζί τους, όσοι τους ξέπλυναν στις πλατείες νομιμοποιώντας την δημόσια παρουσία τους.

Στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης στις 21/1 φασιστικές γκρούπες επιτέθηκαν στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο Σχολείο (όπου απωθήθηκαν από την περιφρούρηση) και την Κατάληψη Libertatia (όπου με την κάλυψη των μπάτσων προχώρησαν στον εμπρησμό του κτιρίου). Επίσης αποπειράθηκαν να επιτεθούν στην αντεθνικιστική συγκέντρωση της Καμάρας ενώ η Χρυσή Αυγή βεβήλωσε και το μνημείο του Ολοκαυτώματος των Εβραίων. Στην Αθήνα στις 4/2 επιτέθηκαν στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ (όπου επίσης απωθήθηκαν από την περιφρούρηση). Τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά του κινήματος όμως δεν τους επέτρεψαν να επεκτείνουν περαιτέρω τη δράση τους καθώς όλοι οι κινηματικοί χώροι περιφρουρούνταν ενώ αντιφασιστικές περιφρουρήσεις και περιπολίες υπήρχαν στα Εξάρχεια και στον Άγιο Παντελεήμονα. Το ευρύτερο αντιφασιστικό κίνημα οφείλει όχι μόνο να καταδικάσει στα λόγια τη φασιστική επιθετικότητα αλλά να τσακίσει ολοκληρωτικά τους φασίστες, τόσο στο πολιτικό όσο και στο υλικό επίπεδο.

Διαχρονικά, οι λαοί των Βαλκανίων έχουν πληρώσει με πολύ αίμα τους εθνικισμούς. Στην παρούσα συγκυρία έχουμε από την εδώ πλευρά των συνόρων μια παράλογη απαίτηση να έχει το ελληνικό κράτος τον κύριο λόγο απέναντι στην ονομασία ενός άλλους έθνους-κράτους. Μια απαίτηση που μετριάζεται από τη θέληση της ΕΕ να εντάξει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας στους κόλπους της και την ανάγκη του ΝΑΤΟ να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής του. Από την άλλη πλευρά των συνόρων βλέπουμε έναν αυξανόμενο εθνικισμό ο οποίος στοχεύει στην δημιουργία και παγίωση του δικού τους «εθνικού μύθου» και συχνά παίρνει εντελώς γελοίες μορφές, σαφώς όμως ούτε ελάχιστα πιο γελοίες από ότι ο «δικός» μας εθνικισμός. Μια ματιά στις φωτογραφίες από τα δύο συλλαλητήρια επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Οι καταπιεσμένοι/ες κι εκμεταλλευόμενοι/ες δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε μεταξύ μας. Οι καταπιεστές μας είναι κοινοί κι έχουν το ίδιο όνομα, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους, κι αυτοί είναι το κράτος και το κεφάλαιο. Το μοναδικό που καταφέρνει ο εθνικισμός είναι να διαχωρίζει και να αποπροσανατολίζει τους από-τα-κάτω διευκολύνοντας τα αφεντικά, και αυτή ακριβώς είναι η υπηρεσία που προσφέρει στην κυριαρχία, αυτός είναι ο λόγος που συστηματικά προωθείται και φυτεύεται στην κοινωνική βάση. Εμείς, από την πλευρά μας, θα παλέψουμε για τη διάλυση κάθε διαχωρισμού πάνω στο σώμα των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων. Να αγωνιστούμε λοιπόν από κοινού με τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους όλων των χωρών για να δημιουργήσουμε ένα κοινό διεθνιστικό μέτωπο που θα υψώσει φράγμα στους εθνικισμούς και στον φασισμό, που θα παλέψει ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο, που θα βροντοφωνάξει πως δεν θα αφήσει τα αφεντικά μας να μας διαχωρίσουν βάσει εθνικότητας, χρώματος, σεξουαλικής κατεύθυνσης, κατεύθυνσης φύλλου, θρησκείας ή οποιασδήποτε άλλης διαχωριστικής γραμμής. Που θα αγωνιστεί για μία α-κρατική, α-ταξική, α-εθνική ζωή.

ΚΑΝΕΝΑ ΟΝΟΜΑ ΔΕ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
ΚΑΝΕΝΑ ΕΘΝΟΣ ΔΕ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ

ΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟΣΟ ΜΑΣ ΝΤΟΠΑΡΟΥΝΕ ΜΕ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΦΥΛΗ

ΚΑΜΙΑ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΔΕ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΗ

ΠΑΜΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΣΑΒΒΑΤΟ 10/3
12:00, ΚΑΜΑΡΑ

Κάτω τα χέρια από τον αναρχικό Κωνσταντίνο Γιαγτζόγλου

Το Σάββατο 24/2, λίγο πριν τις 07:00 το πρωί, μονάδα των ΕΚΑΜ εισέβαλε στο κελί του πολιτικού κρατούμενου Κωνσταντίνου Γιαγτζόγλου, στην Α’ πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού, όπου τον είχαν μεταγάγει για την περάτωση δικαστικών υποχρεώσεων από άλλη υπόθεσή του που εκκρεμεί. Αφού τον ξυλοκόπησαν, τον μετήγαγαν υπό καθεστώς απαγωγής και τρομοκράτησης στις φυλακές Λάρισας, ενώ ο ίδιος ήταν ημιλιπόθυμος, αποστερώντας του μέχρι και τα προσωπικά του αντικείμενα, καθώς και τα φάρμακά του.

Ο Κ. Γιαγτζόγλου έχει ξεκινήσει απεργία πείνας από τις 21/2, αιτούμενος τη μεταγωγή του από τις φυλακές Λάρισας στις φυλακές Κορυδαλλού. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται έγκλειστος στη Λάρισα, σε αντίθεση με το ίδιο το νομικό πλαίσιο που ρητά υπαγορεύει πως όσοι συλλαμβάνονται στην Αθήνα, μεταβαίνουν στη δικαστική φυλακή Κορυδαλλού, όπου κρατούνται οι υπόδικοι. Έτσι, πέρα από τη συνθήκη του εγκλεισμού, έρχεται αντιμέτωπος και με την αποξένωση από τον κοινωνικό του περίγυρο, αλλά και από τους συνηγόρους υπεράσπισής του, καθώς οι χιλιομετρικές αποστάσεις και τα συναφή οικονομικά έξοδα διαγράφουν για τον ίδιο μια συνθήκη τεχνητής απομόνωσης.

Μόλις έγινε γνωστή η βίαιη και εκδικητική μεταχείρισή του από τα ΕΚΑΜ, ξέσπασαν αμέσως κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες σε πολλές φυλακές ανά την επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων και των φυλακών Κορυδαλλού. Κατόπιν πίεσης των κρατουμένων, τη Δευτέρα θα συνεδριάσει εκτάκτως το συμβούλιο της επιτροπής μεταγωγών για να εξετάσει την αίτησή του για μεταγωγή στις φυλακές Κορυδαλλού. Οξύνοντας την πίεση προς τις δικαστικές αρχές και τον κρατικό μηχανισμό, ο Κ. Γιαγτζόγλου ανακοίνωσε πως ξεκινά και απεργία δίψας από τις 25/2, όντας αποφασισμένος να φτάσει μέχρι το τέλος για τη δικαίωση του αγώνα του. Ταυτόχρονα, στις 24/2, η συγκέντρωση αλληλεγγύης που πραγματοποιήθηκε έξω από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, που πραγματοποίησαν 5 προσαγωγές, 4 εκ των οποίων μετατράπηκαν σε συλλήψεις με κατηγορίες πλημμεληματικού χαρακτήρα.

Η περίπτωση μεταχείρισης του Κ. Γιαγτζόγλου σχηματοποιεί την υπαγωγή του σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εξαίρεσης, καθώς μέχρι και οι ίδιες οι νομικές διατάξεις της αστικής δημοκρατίας γίνονται κουρέλι, ώστε να καμφθούν οι αντιστάσεις και το φρόνημα όσων αντιμάχονται τη βία και την αδικία του κράτους και του κεφαλαίου, όσων αποφάσισαν να σηκώσουν το γάντι απέναντι στην κρατική εξουσία και τη φαινομενική παντοδυναμία της. Τα παραμύθια περί της προοδευτικής αριστεράς, της υπέρμαχου των δημοκρατικών δικαιωμάτων και του ανθρωπισμού, είναι «ιστορίες για αγρίους», που πλέον δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ούτε για ψηφοθηρικούς σκοπούς. Δεν έχουμε καμία αυταπάτη για τον θεσμικό ρόλο που επιτελεί ο εκάστοτε διαχειριστής της κρατικής εξουσίας, είτε είναι δεξιών καταβολών, είτε αριστερών. Αυτοί που αποτελούν το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου, οι κάθε λογής κρατιστές, θα μας βρίσκουν διαρκώς απέναντί τους, όσο χτυπούν ανελέητα τον κόσμο του αγώνα, όσο συνεχίζουν να λεηλατούν την κοινωνική πλειοψηφία, όσο συνεχίζει να υπάρχει καταπίεση και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Οι φυλακές είναι τα κολαστήρια της αστικής δημοκρατίας. Είναι οι τόποι όπου η βία και η επιβολή του κυρίαρχου συστήματος αποτελούν καθημερινότητα για τους έγκλειστους. Είναι οι αποθήκες στις οποίες σωρεύονται όσοι περισσεύουν από τον παραγωγικό σχεδιασμό του κεφαλαίου, καθώς και αγωνιστές που αντιπαρατίθενται με την κυριαρχία, με σκοπό την ανατροπή της. Στις φυλακές, εντείνονται οι μεθοδευμένες διαδικασίες πειθάρχησης, υπακοής και εμπέδωσης των κυρίαρχων κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων. Επιχειρείται η βίαιη -άλλοτε με τη χρήση ψυχολογικής και άλλοτε με τη χρήση φυσικής βίας- απόσπαση της συναίνεσης των φυλακισμένων στην τυραννία του κράτους και του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, όμως, φοβερίζουν και τους εκτός των τειχών. Τους δείχνουν τι τους περιμένει αν σκεφτούν να τα βάλουν με το κράτος, το κεφάλαιο και τους επικουρικούς μηχανισμούς τους.

Εκεί όπου η ανθρωπινότητα ισοπεδώνεται, εκεί, στις κάθε λογής φυλακές, είναι που κλείνουν οι κουρτίνες της αστικής δημοκρατίας· εκεί κάνει επίδειξη δύναμης το κράτος· εκεί τα κάγκελα της φυλακής ποτίζονται ενίοτε με αίμα. Ήδη τον τελευταίο μήνα 4 κρατούμενοι «βρέθηκαν» νεκροί στα κελιά τους δια «αγνώστους» αιτίας.

Δε μπορούμε όμως να σιωπήσουμε μπροστά στην αδικία, την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε μπροστά στη βαρβαρότητα. Η εξόφθαλμη και εκδικητική επίθεση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους μας γεμίζει με οργή. Η οργή μας αυτή διοχετεύεται στην ταξική και κοινωνική σύγκρουση των από τα κάτω απέναντι στους προνομιούχους και τους ισχυρούς. Αυτήν την σύγκρουση οφείλουμε να οξύνουμε ενώπιον του επελαύνοντα κρατικού και καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, ενώπιον της σκλήρυνσης της καταστολής και των συνθηκών εγκλεισμού.

Η αλληλεγγύη είναι το ισχυρότερο όπλο των καταπιεσμένων στον αγώνα τους ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Την αλληλεγγύη μας την εκφράζουμε αμέριστα τόσο στους κρατούμενους στα κολαστήρια ανά την ελλαδική επικράτεια, που μάχονται ενάντια στον νέο σωφρονιστικό και ποινικό κώδικα, όσο και στον αναρχικό Κ. Γιαγτζόγλου, ο οποίος βάλλεται εκδικητικά από την κρατική καταστολή.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΓΙΑΓΤΖΟΓΛΟΥ

ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΕΚΤΟ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΜΕΤΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ

ΚΑΜΙΑ ΔΙΩΞΗ ΣΤΟΥΣ 4 ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΤΗΣ 24/2

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΝΕΟ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ

ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ.
ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΦΥΛΑΚΗΣ.

Α΄ Τακτικό συνέδριο, προσυνεδριακός διάλογος | Θεματική: Ταξικό ζήτημα | Συλλογικότητα: Ε.Π.Θ.

Πρόταση Τοποθέτησης της Αναρχικής Ομοσπονδίας για το ταξικό ζήτημα

Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας αποτελεί για εμάς πρωτεύουσα σχέση εξουσίας, γιατί παρ’ όλες τις επιμέρους διαφοροποιήσεις διαχείρισης του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής, πυρηνικό στοιχείο της αναπαραγωγής του παραμένει η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Η σχέση κεφαλαίου-εργασίας είναι μια σχέση εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένη. Είναι η απόσπαση υπερεργασίας (απλήρωτης εργασίας) με την ειδική κοινωνική μορφή της υπεραξίας που, ως διαδικασία, αποτελεί το πυρηνικό στοιχείο συγκρότησης και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Ως εκ τούτου, η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο ως η σχέση/αντίθεση από την οποία (ανα)παράγεται η παρούσα ιστορικά συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων.

Η τάξη ως κατοχή

Σύμφωνα με το σκεπτικό μας, αυτό που ορίζει την αντικειμενική, συλλογική κατηγορία της κοινωνικής τάξης στην οποία κάποιος/α ανήκει και, κατ’ επέκταση, προσδιορίζει τη θέση του/της στη σχέση της ταξικής εξουσίας/κυριαρχίας, είναι η θέση που κατέχει στην παραγωγική διαδικασία, η θέση που κατέχει μέσα στις σχέσεις παραγωγής, τις καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή, που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων στη διαδικασία της παραγωγής, ανεξάρτητα από τη θέληση και τη συνείδηση του. Με βάση αυτό τον κλασσικό ορισμό της τάξης -ως κατοχή- υπάρχουν δύο κύριες αντιμαχόμενες τάξεις, καθώς και μία σειρά μεσαίων τάξεων, τα όρια μεταξύ των οποίων είναι πολλές φορές θολά. Από τη μία μεριά η αστική τάξη είναι η τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα χρησιμοποιεί με σκοπό την παραγωγή και συσσώρευση κέρδους. Από την άλλη, η εργατική τάξη, η εκμεταλευόμενη τάξη που δεν κατέχει μέσα παραγωγής και ο μόνος τρόπος να επιβιώσει είναι πουλώντας την εργατική της δύναμη. [1] Το «εμπόρευμα» που ο εργάτης πουλά στον εργοδότη είναι η εργασία του, δηλαδή η παραγωγική δύναμη του σώματος και του μυαλού του, οι σωματικές και πνευματικές δυνατότητες του, η δημιουργικότητά του, η φαντασία του. Πουλάει, δηλαδή, τον ίδιο του τον εαυτό. Σε αντίθεση με ότι προέβλεπε ο Μαρξ ο ανταγωνισμός αυτός δεν απλοποιήθηκε, σχηματίζοντας δύο μόνο τάξεις και προλεταριοποιώντας τα μεσαία στρώματα.

Η τάξη ως κυριαρχία

Για μας, η κατοχή των μέσων παραγωγής αν και θεμελιώδες στοιχείο για τον καθορισμό των τάξεων, δεν είναι το μοναδικό, καθώς σημαντικό ρόλο επίσης παίζει η διευθυντική εξουσιαστική σχέση, η ανισότητα και η αντίθεση δηλαδή, μεταξύ διευθυντή και διευθυνόμενου, κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Για τον Μπακούνιν, η τάξη δεν θεμελιωνόταν μόνο στις σχέσεις με τα μέσα παραγωγής (π.χ. ιδιοκτησία ή όχι) αλλά και στις σχέσεις κυριαρχίας εντός μιας παραγωγικής μονάδας (π.χ. η διευθυντική δυνατότητα λήψης και επιβολής μιας απόφασης). Με βάση αυτή την αντίληψη, ο προσδιορισμός της κυρίαρχης τάξης δεν εξαντλείται μόνο στις σχέσεις κατοχής των μέσων παραγωγής αλλά επεκτείνεται και στον έλεγχο της χρήσης τους. Στη τελευταία αυτή κατηγορία μπορούν να ενταχθούν για παράδειγμα οι υψηλά ιστάμενοι μάνατζερ, τα διευθυντικά στελέχη, τα λεγόμενα golden boys κ.τ.λ., που ουσιαστικά επιτελούν τη διευθυντική λειτουργία στις μεγάλες ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες η σχέση ιδιοκτησίας δεν έχει τον σαφή προσδιορισμό του προηγούμενου αιώνα.

Η τάξη ως κατοχή και κυριαρχία

Έτσι, κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι στη δική μας τάξη, στην εργατική τάξη ανήκουν όλοι όσοι πουλάν την εργατική τους δύναμη για να επιβιώσουν, δηλαδή οι χειρώνακτες ή μη εργάτες, οι εργάτες γης, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι εποχιακά και περιστασιακά εργαζόμενοι, το επιστημονικό προσωπικό (μηχανικοί, χημικοί, γεωπόνοι κλπ), οι άνεργοι (το κομμάτι της τάξης που έχει πεταχτεί εκτός της παραγωγικής διαδικασίας), οι πρακτικάριοι και κάθε λογής μαθητευόμενοι, οι εργαζόμενοι σε stage / voucher κτλ, οι νοικοκυρές κ.α. [2] [3]
Η αστική τάξη αποτελείται από τους κατόχους των μέσων παραγωγής αλλά και όσους επιτελούν τη διευθυντική σχέση εκεί όπου η κατοχή του κεφαλαίου είναι θολή: μέλη των ΔΣ, ανώτατα στελέχη και golden boys των μεγάλων πολυεθνικών και μη εταιριών, ακόμα και αν δεν έχουν μερίδιο μετοχών, υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών (μάνατζερ, κλπ). Εκτός από τους αστούς όμως, εχθροί της τάξης μας -είτε ανήκουν στην αστική τάξη είτε όχι- είναι και όσοι στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό σε τοπικό ή υπερ-τοπικό επίπεδο (δικαστές, δήμαρχοι, μπάτσοι, ανθρωποφύλακες κ.α.), καθώς και η κυβέρνηση, που, αν και δεν έχουν άμεσο ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, αποτελούν σε κάθε περίπτωση οργανικό και καθοριστικό τμήμα του μηχανισμού διασφάλισης και επιβολής των συμφερόντων του κεφαλαίου κόντρα σε αυτών της εργατικής τάξης.
Ανάμεσα στις δύο τάξεις βρίσκονται άλλα κατώτερα (μικροκαλιεργητές, αυτοαπασχολούμενοι κ.α.) και μεσαία (μικρο-επιχειρηματίες, εισοδηματίες κ.α.) στρώματα. Τα κατώτερα μπορούν να είναι -και πρέπει να στοχεύσουμε να είναι- σύμμαχα με την εργατική τάξη καθώς η κατάρρευση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι και προς το δικό τους υλικό συμφέρον.

Σχέση κεφάλαιο και άλλες σχέσεις εξουσίας

Η οργάνωση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων με γνώμονα την παραγωγή και κυκλοφορία της αξίας αποτελεί θεμελιώδη ανάγκη του κεφαλαίου και ως εκ τούτου, δομική τάση του. Αυτό αποτυπώνεται στη διαρκή προσπάθειά του να ενσωματώνει, να αναδιαρθρώνει, να συγκροτεί, να καταργεί, να οξύνει ή να αμβλύνει τις εκάστοτε σχέσεις εξουσίας, πάντα με προοπτική τη διάσπαση και την πειθάρχηση της εργατικής τάξης και, κατ’ επέκταση, την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσής της, υποτιμώντας την τιμή του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» και κάμπτοντας τις όποιες αντιστάσεις της. Το ιδιαίτερο αυτό γνώρισμα, που δεν απαντάται σε καμιά άλλη σχέση εξουσίας, οδηγεί στην αναγνώριση του πρωτεύοντος ρόλου της σχέσης-κεφάλαιο.

Η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης

Προφανώς η αντικειμενική συνθήκη της ύπαρξης των τάξεων δεν επαρκεί για την συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης. Για την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης απαιτείται η συνειδητή δράση της τάξης μας, η ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα της ταξικής και επαναστατικής συνείδησης (ο μετασχηματισμός της “τάξης καθ’ εαυτή” σε “τάξη δι’ εαυτή”). Η συνειδητοποίηση των συμφερόντων της τάξης μας, το ξεπέρασμα των διαχωριστικών γραμμών και των σχέσεων εξουσίας εντός της (διακρίσεις με βάση το φύλο, τη σεξουαλική κατεύθυνση ή κατεύθυνση φύλου, τη φυλή, την ηλικία και κάθε άλλου κοινωνικού διαχωρισμού που θρέφεται από τα αφεντικά μας με σκοπό τη διαίρεση μας και τον κατακερματισμό των αντιστάσεων μας) και η αυτόνομη οργάνωση της (χωρίς πρωτοπορίες, “επαναστατικά κόμματα”, διαμεσολαβήσεις, ιεραρχίες) είναι ο δρόμος που προτάσσουμε για την κοινωνική επανάσταση. Ο ιδιαίτερος ρόλος της εργατικής τάξης προκύπτει από το ότι βρίσκεται στο κέντρο της καπιταλιστικής αντίφασης, καθώς ο πλούτος της κοινωνίας παράγεται από την εκμετάλλευσή της, πλούτος όμως που στο μεγαλύτερο ποσοστό του, η ίδια τον στερείτε. Η δυνητική ικανότητά της να ανατρέψει την ταξική κοινωνία έγκειται στο ότι ο μόνος τρόπος για να οργανωθεί με γνώμονα τα υλικά της συμφέροντα είναι να ξεπεράσει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της και, με προοπτική την αυτοκατάργησή της, να συγκρουστεί με το κράτος και τα αφεντικά. [4]

Σημειώσεις:
[1] Για τη χρήση των όρων «εκμεταλλευόμενή/ες τάξη/ες»: Ως εκμεταλλευόμενη τάξη ορίζουμε μία: την εργατική, η οποία είναι η μόνη από την οποία αποσπάται υπεραξίας (και συνεπώς είναι εκμεταλλευόμενη). Ο όρος «εκμεταλυόμενες τάξεις» μας βρίσκει διάφωνους ακριβώς λόγω αυτού. Από την άλλη , ως «καταπιεζόμενες τάξεις» (ή «υποτελείς») ορίζουμε σαφώς ευρύτερες τάξεις από την εργατική (αγροτική, ελεύθεροι επαγγελματίες κτλ).
[2] Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης το οποίο, ακριβώς για να υποτιμηθεί ευκολότερα, βαφτίζεται από τα αφεντικά ‘’ελεύθεροι επαγγελματίες’’, ‘’συνεργάτες’’, ‘’μαθητευόμενοι’’, ‘’εποχιακά εργαζόμενοι’’ κλπ ενώ στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες ανάγκες επιχειρήσεων, σε άθλιο εργασιακό καθεστώς.
[3] Αξίζει εδώ μία ειδική μνεία στην πατριαρχία, η οποία καταλαμβάνοντας τον ρόλο του έλεγχου της παραγωγικής και αναπαραγωγικής δύναμης της γυναίκας, εξασφάλισε βίαια τη δωρεάν εργασία που προσφέρει η σύζυγος-μητέρα-νοικοκυρά (και, συχνά, εργαζόμενη) προς όφελος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης τόσο του άντρα-εργάτη όσο και των νέων μελλοντικών εργατών (παιδιά).
[4] Εδώ διευκρινίζουμε πως, κατά τη γνώμη μας, η αλλοτρίωση των εργατών/τριών από το καπιταλιστικό φαντασιακό που έχει σαν αποτέλεσμα το να ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με αυτά των αφεντικών τους ή να ορίζουν την διέξοδό τους από την παρούσα κατάσταση αποκλειστικά σαν την προσωπική τους ταξική ανέλιξη, δεν επηρεάζει την αντικειμενική ταξική τους θέση. Εξακολουθούν δηλαδή να είναι -σε επίπεδο υλικών σχέσεων και συμφερόντων- εργάτες, αλλά είναι σε επίπεδο συνείδησης, μικροαστοί.

Α΄ Τακτικό συνέδριο, προσυνεδριακός διάλογος | Θεματική: Ιμπεριαλισμός | Συλλογικότητα: Κενός Κύκλος

Προγραμματικές θέσεις για τον Ιμπεριαλισμό

«Στο μέρος που έφεραν ερήμωση λένε πως έφεραν ειρήνη»

Τακιτος,  Αγρίκολας 30

 

Το ζήτημα του ιμπεριαλισμού έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια ως ένα σημείο διαφοροποίησης και διαφωνίας εντός του αναρχικού χώρου. Χοντρικά υπάρχουν δυο τάσεις: η πρώτη τάση θεωρεί ότι η ιμπεριαλιστική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλει να προτάσσεται ρητά η ρήξη με τον συγκεκριμένο θεσμό και, επομένως, η αντιιμπεριαλιστική διάσταση της ταξικής πάλης. Επίσης, υποστηρίζεται σθεναρά ότι αυτή η πολιτική στάση και στρατηγική είναι συμβατή με μια διεθνιστική και ταξική προοπτική. Η άλλη τάση ανταπαντά σε επίπεδο ανάλυσης ότι ο αντιιμπεριαλισμός εστιάζει στις διακρατικές σχέσεις αντί στη σχέση κεφάλαιο/εργασία και στις μορφές αναπαραγωγής του κεφαλαίου (αξία, χρήμα, εμπόρευμα). Έτσι, υποστηρίζεται ότι στο πολιτικό επίπεδο ο αντιιμπεριαλισμός υποβαθμίζει ανεπίτρεπτα το ταξικό περιεχόμενο του πολιτικού ανταγωνισμού, παρεκτρέποντας τον προς διαταξικές συμμαχίες και παλλαϊκές συσπειρώσεις, οι οποίες στο όνομα της εναντίωσης στον κοινό εξωτερικό εχθρό καταλήγουν να υποβιβάζουν τα ταξικά συμφέροντα των «από κάτω».

Δεν υπάρχει κανόνας που να λέει ότι όταν υπάρχουν δυο διαφορετικές προσεγγίσεις μια από τις δυο πρέπει να είναι και η σωστή. Σε κάθε περίπτωση, η όποια τοποθέτηση στο ζήτημα του αντιιμπεριαλισμού χρειάζεται μία θεωρητική ανάλυση του φαινομένου το οποίο τίθεται ως αντικείμενο εναντίωσης και αντίστασης, δηλαδή στον ιμπεριαλισμό. Προς μία τέτοια κατεύθυνση κριτικής κατανόησης προσφέρονται και οι ακόλουθες προγραμματικές θέσεις.

Ο ιμπεριαλισμός ως έννοια αναδύεται για να περιγράψει μία συγκεκριμένη περίοδο επέκτασης των Μεγάλων Δυνάμεων. Η περίοδος αυτή είθισται να τοποθετείται στον ύστερο 19ο αιώνα (γύρω στο 1870). Κατά πόσο το φαινόμενο σε αυτή του τη μορφή τελειώνει σταδιακά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή συνεχίζεται παραμένει ζήτημα διαφωνίας. Εμείς θεωρούμε ότι οι κλασσικές μορφές ιμπεριαλισμού, σταδιακά υποχωρούν και αντικαθίστανται από μία νέα παγκόσμια αυτοκρατορική δομή. Τα χαρακτηριστικά της τελευταίας συνδέονται άμεσα με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την κυριαρχία του χρηματοπιστωτισμού, την ισχυροποίηση και επέκταση των τεχνολογικών δικτύων και της υψηλής  τεχνολογίας, οδηγώντας  σε ένα πολύπλοκο μα παρόλα αυτά ομογενοποιημένο παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας με μια υπερεθνική, καστικού χαρακτήρα, ελίτ να λειτουργεί ως κυρίαρχη τάξη. Η τάση αυτή δεν είναι ούτε γραμμική ούτε ομοιογενής πόσο μάλλον ολοκληρωμένη. Αντιθέτως, εμπεριέχει ασυνέχειες και  αντιφάσεις οι  οποίες παράγουν τις συνθήκες αυτοαναίρεσης της. Σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίζονται και κλιμακώνονται διακρατικοί ανταγωνισμοί που προσιδιάζουν στον πιο παραδοσιακό ιμπεριαλισμό, ένα γεγονός που πρέπει να μας κάνει συγκρατημένους στις περιοδολογήσεις μας.

 

Η ανάδυση ενός νέου όρου πάντα σχετίζεται με την εδραίωση της αντίληψης ότι συντελείται κάτι ιστορικά νέο, για το οποίο οι υπάρχουσες κατηγορίες δεν επαρκούν. Έτσι και η έννοια του ιμπεριαλισμού είχε σκοπό να αναδείξει τα κοινά στοιχεία της επεκτατικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων με παλιότερες μορφές επεκτατισμού αλλά συγχρόνως και να τις διαφοροποιήσει.

Τα κοινά στοιχεία αφορούν τόσο τις διαδικασίες πραγμάτωσης όσο και τη μορφή που παράγεται μέσα από αυτές. Όπως και κάθε άλλος τύπος επεκτατισμού ο ιμπεριαλισμός που αναδύεται τον ύστερο 19ο  αιώνα αφορά διαδικασίες επέκτασης οι οποίες οδηγούν στην παγίωση δομών πολιτικής κυριαρχίας  και  οικονομικής εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μία εκδοχή (ανα)παραγωγής διακοινωνικών σχέσεων υποτέλειας οι οποίες επιτρέπουν τη μεταφορά πλεονάσματος και την αξιοποίηση πλουτοπαραγωγικών πηγών και δυνάμεων προς όφελος ενός μητροπολιτικού κέντρου, δηλαδή της κυρίαρχης πολιτικής δύναμης. Σε αυτή του τη διάσταση ο ιμπεριαλισμός είναι τόσο παλιός όσο και οι αρχαίοι κατακτητές που διαβάζουμε στα ιστορικά βιβλία του σχολείου.

Το άλλο κοινό στοιχείο αφορά τη θέσπιση μίας Αυτοκρατορίας. Συχνά λησμονείται αυτό το γεγονός ή θεωρείται δευτερεύον. Όμως, για τους φορείς και τους δημιουργούς του ιμπεριαλισμού ήταν ουσιώδες. Η υιοθέτηση ιμπεριαλιστικών πολιτικών αφορούσε την ένταξη διαφορετικών λαών σε μία ενιαία έννομη τάξη. Μάλιστα, στη βάση αυτού του γεγονότος, οι αυτοκρατορίες της εποχής αξίωναν για τον εαυτό τους έναν εκπολιτιστικό χαρακτήρα άρα και έναν προοδευτικό ιστορικό ρόλο. Το ερώτημα φυσικά είναι κατά πόσο η οικοδόμηση μίας αυτοκρατορίας αποτελεί   απαραίτητο   στοιχείο   για   να   οριστεί   μία   διαδικασία   επέκτασης «ιμπεριαλιστική». Η ετοιμολογία της λέξης συνομολογεί προς αυτήν την κατεύθυνση, τουλάχιστον υπό την έννοια ότι ο επέκταση, η κατάκτηση ή ο αποικισμός οδηγούν στη σύναψη και παγίωση δια-κοινωνικών σχέσεων πολιτικής υποτέλειας οι οποίες με τη σειρά τους τείνουν να προσλάβουν τη μορφή μίας δικαϊκής ολότητας. Με άλλα λόγια, ο ιμπεριαλισμός είναι μία υπερκωδικοποίηση οικονομικών, πολιτικών, επιθυμητικών και στρατιωτικών ροών σε μία ενιαία πολιτισμική ολότητα, της οποίας η πιο ανεπτυγμένη μορφή είναι η Αυτοκρατορία. Πολύ παραπάνω συνεπώς από ένα σύστημα εκμετάλλευσης ο ιμπεριαλισμός είναι μία δυναμική τάξη Κυριαρχίας και Δικαίου. Οι κατηγορίες αυτές έχουν τη δική τους οντολογική συνοχή και δεν μπορούν να αναχθούν στην εκμετάλλευση.. Σε αυτόν τον βαθμό, ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία θεωρία κυριαρχίας. Χρειάζεται και μία κριτική θεωρία δικαιοσύνης. Στην περίπτωση της υπό συγκρότηση Παγκόσμιας Αυτοκρατορίας αυτό διαφαίνεται στους διάφορους πολέμους και επεμβάσεις μετά το 1991, από τον πρώτο και τον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ έως την επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, που άντλησαν τη νομιμοποίηση τους  μέσα από αναφορές στην καταστρατήγηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και στη διασάλευση της παγκόσμιας τάξης και του διεθνούς δικαίου. Από μία κριτική σκοπιά δεν αρκεί να στηλιτεύεται ο κίβδηλος χαρακτήρας αυτού του πολεμικού ανθρωπισμού. Χρειάζεται επίσης να κατανοηθεί το θεσμικό, δικαϊκό και ιδεολογικό πλαίσιο ανάδυσης του.

Αν η επέκταση προς χάριν πλουτισμού και δύναμης και η δόμηση μίας Αυτοκρατορίας συνδέουν τον νεωτερικό ιμπεριαλισμό με παλιότερες μορφές επεκτατισμού, από τα διάφορα Imperium της αρχαιότητας μέχρι και τις αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες της πρώιμης νεωτερικότητας, το στοιχείο που διαφοροποιεί τον νέο αυτό τύπο επέκτασης είναι αναμφίβολα ο καπιταλισμός. Στο εμπειρικό επίπεδο η διαπίστωση αυτή είναι κοινός τόπος, τουλάχιστον στις πιο κριτικές πολιτικές και θεωρητικές τάσεις. Το θέμα είναι πώς η ιστορική αυτή σχέση θεωρητικοποιείται.

Στις κλασσικές μαρξιστικές αναλύσεις ο ιμπεριαλισμός ορίζεται ως μια ιστορική φάση του καπιταλισμού, σχετιζόμενη ως τέτοια με τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, έχουμε ιμπεριαλισμό όταν ο καπιταλισμός έχει αρχίσει να παράγει μονοπώλια και συγκεκριμένα όταν το χρηματιστικό κεφάλαιο, μέσα από τη σύζευξη τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, έχει αρχίσει να κυριαρχεί. Στον πυρήνα της η προοπτική αυτή περιέχει τη θέση ότι ο καπιταλισμός των Μεγάλων Δυνάμεων αναπτύσσεται μέσα από την εκμετάλλευση περιφερειακών κρατών, τα οποία συνεπώς διατηρούνται βίαια σε μία κατάσταση υποτέλειας, εξάρτησης και καθυστέρησης. Νοηματοδοτώντας τη βία και εκμετάλλευση που οι αποικίες υφίσταντο κατά τρόπο που ανοιγόταν και ένας εναλλακτικός ορίζοντας, αυτός μίας αυτοδύναμης ανάπτυξης και ενός ανεξάρτητου εκσυγχρονισμού, η κλασική μαρξιστική θεωρία κατάφερε να γίνει πανίσχυρο πολιτικό όπλο και να εμπνεύσει τους αγώνες των μαζών στον Τρίτο Κόσμο.

Παρόλες τις αναμφίβολες πολιτικές αρετές της, η παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση έχει υποστεί πολλές κριτικές. Η βασική κριτική αφορά τον πραγματολογικά αβάσιμο χαρακτήρα της. Παραδείγματος χάρη έχει υποδειχθεί ότι στην Ιαπωνία ο ιμπεριαλισμός ξεκινά χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις που η κλασική μαρξιστική προοπτική θέτει όσον αφορά το επίπεδο κεφαλαιακής συσσώρευσης. Ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός τοποθετείται στα ξεκινήματα του καπιταλισμού ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη του, όχι ως έκφραση της ωρίμανσης του. Μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί ότι κατά ανάλογο τρόπο ο επεκτατισμός και η αποικιοκρατία του 17ου αιώνα (τα οποία από κάποιους ιστορικούς θεωρούνται η πρώτη φάση της εποχής του κλασικού ιμπεριαλισμού) αποτελούν προϋπόθεση ακόμα και για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, καθώς χωρίς αυτά δεν θα είχε υπάρξει επαρκής πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου ικανή να οδηγήσει στην ανάδυση ενός κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Εφόσον τα οικονομικά κίνητρα δεν επαρκούν ως επεξηγηματικά εργαλεία, τονίζονται και άλλοι παράγοντες που κινητοποιούν ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όπως ο πολιτικός ανταγωνισμός και ο εθνικισμός.

Αρκετές από τις κριτικές αυτές έχουν βάση. Η υποβάθμιση όμως της ιστορικής σύνδεσης του σύγχρονου ιμπεριαλισμού με τον καπιταλισμό εμποδίζει τη θεωρητική του αποσαφήνιση, η οποία οφείλει να ενσωματώσει τα διαφοροποιητικά στοιχεία του σύγχρονου ιμπεριαλισμού σε σχέση με παλιότερες μορφές επεκτατισμού και αυτοκρατορίας. Ο καπιταλισμός αποτελεί κινητήριο δύναμη του σύγχρονου ιμπεριαλισμού υπό την έννοια ότι η εγγενής τάση του κεφαλαίου προς διεύρυνση του πεδίου λειτουργίας του, ωθεί τα καπιταλιστικά κράτη να επεκταθούν πολιτικά, όχι μόνο ως προϋπόθεση οικονομικής μεγέθυνσης αλλά και πολιτικής δύναμης. Με απλά λόγια, στη νεωτερική περίοδο δεν νοείτο Μεγάλη Δύναμη που να μην είναι συγχρόνως ισχυρή βιομηχανική οικονομία. Έπεται ότι ακόμα και τα πολιτικά κίνητρα πίσω από τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό εντάσσονται στο διεθνές γεωπολιτικό πλαίσιο του καπιταλισμού. Για αυτό στη σύγχρονη εποχή ένα κράτος είναι ιμπεριαλιστικό στη βάση της θέσης που κατέχει εντός του  καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος (το οποίο άλλωστε οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές βοηθούν να παγιωθεί). Για αυτόν τον λόγο επίσης, ακόμα και στην κλασική του φάση ο σύγχρονος ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός δεν έχει ως μόνο ή κύριο επίδικο του τον εδαφικό ανταγωνισμό αλλά την θέση στην παγκόσμια αγορά.

Υπό αυτήν την έννοια, η κατανόηση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού χρειάζεται, χωρίς να ανάγεται σε αυτή, μία θεωρία κεφαλαίου. Αρκεί να μην κατανοούμε το τελευταίο με στενούς οικονομίστικους όρους, ως διαδικασία απόσπασης υπεραξίας. Το κεφάλαιο δεν δομεί μόνο μία οικονομία εμπορευμάτων δια των  οποίων παράγει κέρδος έτσι ώστε να μπορεί να αυτό-αυξάνεται. Συγχρόνως, δομεί και μία οικονομία επιθυμίας η οποία, φτάνοντας στο επίπεδο πραγμάτωσης που μπορεί να ονομαστεί Θέαμα (μια διαμεσολαβημένη από εικόνες και ρόλους καθημερινότητα που καθορίζονται από το Κεφάλαιο), κατακερματίζει και  συγχρόνως ομογενοποιεί τα υποκείμενα που αναπαράγουν την καπιταλιστική μηχανή. Ο ιμπεριαλισμός έχει και αυτός μία τέτοια διάσταση. Είναι μία επιθυμητική-μηχανή επέκτασης η οποία ανάμεσα σε όλα τα άλλα επιτρέπει την άμβλυνση των εσωτερικών κοινωνικών εντάσεων δια της ενσωμάτωσης τους στον ενιαίο κώδικα της αυτοκρατορίας. Σήμερα αυτό συντελείται σε μεγάλο βαθμό και με την προβολή από τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τα media, παλαιά και νέα, προτύπων ζωής σύμφωνης με το γενικότερο πολιτισμικό πρόταγμα της Παγκόσμιας Αυτοκρατορικής. Δομής. Ένα από τα κλειδιά συνεπώς που ξεπερνούν τις παλαιές μαρξιστικές αλλά και αναρχικών τάσεων αναλύσεις κλασσικού τύπου είναι να εννοήσουμε τον καπιταλισμό ως κάτι παραπάνω από ένα σύστημα παραγωγής, ως έναν Πολιτισμό. Η ιμπεριαλιστική συγκρότηση αλλά και σύγκρουση λαμβάνουν χώρα εντός της ιστορικής πορείας του καπιταλιστικού πολιτισμού προς την Παγκόσμια Ολοκλήρωση (και ίσως και ακόμα παραπέρα, καθώς δεν υπάρχει κάτι που να περιορίζει λογικά και οντολογικά τον καπιταλισμό στον πλανήτη Γη, τα όποια όρια είναι ιστορικά).

Εξίσου σημαντικά δεν σημαίνει ότι κάθε κράτος που είναι καπιταλιστικό είναι και ιμπεριαλιστικό. Κάτι τέτοιο ισχύει μόνο σε ένα πολύ αφηρημένο επίπεδο, δηλαδή ότι κάθε πολιτικά συγκροτημένη καπιταλιστική δομή έχει μία τάση επέκτασης, καθώς το κεφάλαιο ως διαδικασία δεν μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένες επικράτειες. Ιστορικά, όμως, για να αναπτυχθεί ο ιμπεριαλισμός υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις, πολιτικές και υλικές προϋποθέσεις, προφανώς, αλλά και προϋποθέσεις που αφορούν την οικονομία της επιθυμίας και την αναπαραγωγή και σύγκρουση εσωτερικά τρόπων ζωής και προτύπων πολιτισμικής συγκρότησης. Οι ιστορικές αυτές προϋποθέσεις δεν μπορεί  να  απαντηθούν  παντού,  καθώς  κάθε  διακριτός  κοινωνικός  σχηματισμός εντάσσεται στο διεθνές/δια-κοινωνικό δίκτυο σχέσεων που δομεί το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα. Με απλά λόγια, όσο προφανές ήταν ότι η δημιουργία ενός καπιταλιστικού κράτους στα γερμανικά εδάφη είχε όλες τις προϋποθέσεις για να οδηγήσει σε μία ιμπεριαλιστική Μεγάλη Δύναμη, άλλο τόσο προφανές είναι ότι η δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στα περισσότερα εδάφη της Αφρικάνικης ηπείρου δεν θα μπορούσε να αναπτύξει μία τέτοια ιμπεριαλιστική δυναμική.

Ήταν η Ελλάδα ποτέ ιμπεριαλιστική; Σε αντίθεση με τους μύθους που καλλιέργησε η ελληνική Αριστερά υπήρξαν σαφώς κάποιες ιμπεριαλιστικές τάσεις. Η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, έστω και στον βαθμό που έφτασε μετά τη συνθήκη των Σεβρών, θα οδηγούσε σε μία πολυεθνική Αυτοκρατορία. Εκτός και αν οι λαοί εξελληνίζονταν βίαια και ο επεκτατισμός οδηγούσε απλά σε ένα μεγάλο ελληνικό έθνος-κράτος. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν φυσικά εύκολο, άρα κατά πάσα πιθανότητα ο ελληνικός εθνικισμός θα μεταλλασσόταν από αλυτρωτισμό σε ιμπεριαλιστικό εκπολιτισμό (κάτι άλλωστε που το ιστορικό βάθος του ελληνικού πολιτισμικού κώδικα θα επέτρεπε). Φυσικά, στην πραγματικότητα, η δόμηση μίας τέτοιας ελληνικής Αυτοκρατορίας θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να υλοποιηθεί. Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό φαντασίωση, χωρίς αυτό να στερεί τίποτα από τη βία του. Το ελληνικό κράτος απλά δεν είχε τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στο ιμπεριαλιστικό κλαμπ των Μεγάλων Δυνάμεων. Για αυτό και με το που σταματά να έχει στρατιωτική στήριξη από τις πραγματικές Αυτοκρατορίες της εποχής, τους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η φαντασίωση της Μεγάλης Ιδέας καταρρέει μέσα από ένα τραύμα, τη Μικρασιατική καταστροφή.

Το τέλος του κλασικού νεωτερικού ιμπεριαλισμού συντελείται κάτω από την πίεση των αγώνων για ανεξαρτησία. Είναι μία μακρά διαδικασία αλλά η αρχή του τέλους έχει σημάνει ήδη από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολύ σημαντικό στοιχείο είναι η ήττα του ρατσισμού ως επίσημη κρατική ιδεολογία και η σταδιακή επικράτηση της ιδεολογίας των οικουμενικών δικαιωμάτων. Ο κλασικός ιμπεριαλισμός ήταν μια μορφή κυριαρχίας που παρήγαγε και στηριζόταν στον ρατσισμό επί του Άλλου, έναν ρατσισμό που νομιμοποιούσε κατόπιν την εξόντωση λαών στο όνομα του εκπολιτισμού. Σε αυτό το πλαίσιο δεν ετίθετο καν ζήτημα στέρησης εθνικής κυριαρχίας διότι θεωρείτο αξιωματική η ανωτερότητα του μητροπολιτικού κράτους επί λαών που δεν ήταν αλλά ούτε μπορούσαν να είναι Έθνη. Ο κλασικός νεωτερικός ιμπεριαλισμός στερούσε το δικαίωμα σε ανθρώπους να αυτοπροσδιοριστούν όχι απλά πολιτικά αλλά υπαρκτικά, αποικίζοντας την επιθυμία και το φαντασιακό τους με όρους ενός συμπλέγματος κατωτερότητας. Στον βαθμό που απελευθέρωση σήμαινε τη δυνατότητα να ονομαστείς ως λαός σε μία εποχή δημιουργίας εθνικών λαών, ήταν αναμενόμενο ότι οι αντιιμπεριαλιστικοί αγώνες της εποχής θα είχαν ένα έντονο εθνικοαπελευθερωτικό πρόσημο. Η εποχή αυτή των εθνικών Αυτοκρατοριών που ενσωματώνουν τον Άλλο μέσα σέ έναν κώδικα εθνοτικής και πολιτισμικής κατωτερότητας παρέρχεται μέχρι τη δεκαετία του 1960. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο ρατσισμός σταματάει να υφίσταται, το κάθε άλλο. Απλά δεν μπορεί να κωδικοποιηθεί ρητά ως κρατική ιδεολογία. Σήμερα, η άνοδος ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων ανοίγει το φάσμα ώστε η δαιμονοποίηση της ετερότητας να προσλάβει πάλι επίσημο δικαιικό-θεσμικό χαρακτήρα.

Οι διαφορές της μεταπολεμικής τάξης με τον προπολεμικό ιμπεριαλισμό δεν αφορούν μόνο το ιδεολογικό επίπεδο. Το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα μετά τον Β Παγκόσμιο δεν αναπαράγεται μέσα από μία διεθνής τάξη Μεγάλων αυτοκρατορικών Δυνάμεων αλλά κάτω από την Αμερικάνικη ηγεμονία, η οποία δεν λειτουργεί με τους όρους του κλασικού ιμπεριαλισμού. Έχουμε να κάνουμε με μία άλλου τύπου κωδικοποίηση των οικονομικών, στρατιωτικών, και επιθυμητικών ροών. Το αμερικάνικο Imperium δεν είναι μία de jure δομή εδαφικής κυριαρχίας η οποία εντάσσει διάφορους λαούς ως υποτελή υποκείμενα αλλά μία οικονομική- στρατιωτική-πολιτισμική μηχανή η οποία ενόσω αναλαμβάνει την οικοδόμηση και διατήρηση μίας παγκόσμιας αγοράς μπορεί να κατέχει κυρίαρχη θέση εντός της. Από αυτήν την σκοπιά ο Ψυχρός Πόλεμος μπορεί να ιδωθεί ως λειτουργική προϋπόθεση του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και όχι μόνο ως ιστορικό του πλαίσιο και όριο. Για αυτόν τον λόγο, ίσως, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επιτρέπει στον μεταπολεμικό ιμπεριαλισμό να αναπτύξει την πλήρη του δυναμική αλλά και σύντομα να περιέλθει σε κρίση.

Μέχρι τώρα έχουμε μιλήσει για μία υπό σύσταση Παγκόσμια Αυτοκρατορική Δομή. Αυτό ξεκάθαρα υπονοεί ότι θεωρούμε πως η τρέχουσα διεθνοποίηση του κεφαλαίου και ευρύτερα η επέκταση του δυτικού πολιτισμικού κώδικα είναι ιμπεριαλιστική. Λέγοντας κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζουμε ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μετωνυμία για την επέκταση των καπιταλιστικών δυνάμεων ή συγκεκριμένα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Αντιθέτως, πρόκειται για μια πολύπλοκη διαδικασία διεθνοποίησης ροών κεφαλαίου, εργατικής δύναμης, τεχνολογίας, πολιτισμικών κωδικών αλλά και αγώνων, αντιστάσεων κ.λπ. Αν μιλάμε για ιμπεριαλισμό είναι για να υποδειχθεί ότι η διαδικασία δομεί και διαμεσολαβείται από σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας. Προς στοιχειοθέτηση αυτής της θέσης θα χρειαζόταν να καταδειχθούν οι πολιτικές σχέσεις υποτέλειας και οι μορφές κυριαρχίας, άρα και δικαίου, που θεμελιώνουν και αναπαράγουν τη εν λόγω αυτοκρατορική δομή. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο εδώ, για αυτό άλλωστε και ο τίτλος υποδηλώνει τον προγραμματικό χαρακτήρα της ανάλυσης. Ενδεικτικά, αναφερόμαστε στον αποικισμό κοινωνικών χώρων, σχέσεων, σωμάτων, επιθυμιών, αναγκών κ.λπ. από το κεφάλαιο και τη συναφή παραγωγή ενός παγκόσμιου δικτύου σχέσεων υποτέλειας, κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Στο θεσμικό επίπεδο, η διαδικασία αποκρυσταλλώνεται στην παραγωγή υπερεθνικών δομών εξουσίας, οικονομίας και εμπορίου που δεν χωρούν στο σχήμα ενός επεκτατικού κράτους. Στον βαθμό που οι αξιωματικές, οι κανόνες και οι θεαματικές απεικονίσεις του κεφαλαίου έχουν επεκταθεί στο  σύνολο του πλανήτη και  την μεγάλη πλειοψηφία των καθημερινών σχέσεων, συναλλαγών και δραστηριοτήτων μπορούμε να μιλάμε για έναν παγκόσμιο καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό, μία Αυτοκρατορία του Κεφαλαίου.

Η ιστορική αυτή διαδικασία αφήνει το στίγμα της και στους αγώνες των υποτελών. Όχι λιγότερο από την κυριαρχία, η αντίσταση έχει ιστορικότητα, την οποία μάλιστα πρέπει να συλλάβουμε διαλεκτικά με την ιστορικότητα της κυριαρχίας. Μια απλή επισκόπηση δείχνει ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τα διάφορα κινήματα των τελευταίων δεκαετιών, ακόμα και σε υποδεέστερα κράτη, δεν παίρνουν τη μορφή εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων. Φυσικά, εφόσον μιλάμε για κράτη τα οποία έχουν δομικά υποδεέστερο ρόλο στο παγκόσμιο σύστημα, όπως οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, δεν μπορεί παρά να υπάρχει μια αντιιμπεριαλιστική διάσταση στους διάφορους αγώνες και κινήματα. Στη βάση την ανάλυσης μας άλλωστε, οφείλουμε να κατανοήσουμε τον ιμπεριαλισμός ως μία διάσταση της πάλης των τάξεων, όχι ως ένα φαινόμενο που λειτουργεί αντιπαραθετικά αυτής. Ακόμα και έτσι όμως, το επίδικο των σημερινών αγώνων (με λιγοστές εξαιρέσεις όπως αυτές των Παλαιστίνιων και των Κούρδων) δεν είναι πλέον η ανεξαρτησία, δηλαδή η συγκρότηση ενός λαού που θα αποτελέσει τον κορμό ενός σύγχρονου (δημοκρατικού ή ακόμα και σοσιαλιστικού) κράτους, αλλά η αντίσταση στην εμπέδωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου, είτε μέσω υπεράσπισης τοπικών δομών είτε μέσω γραμμών φυγής (δυο μορφές αγώνα που μπορεί και να αλληλεπικαλύπτονται όπως στην περίπτωση των Zapatistas). Μάλιστα, σε όσα υποδεέστερα κράτη ο αντιιμπεριαλισμός αποκτά σημαίνον ρόλο ως ηγεμονεύον λόγος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτη σαν τη Βενεζουέλα ή την Κούβα, αυτός λειτουργεί τόσο ως λόγος διαχείρισης των εσωτερικών αντιφάσεων και εντάσεων που υπάρχουν όσο και ως γραμμή φυγής και αντίστασης σε μια υφιστάμενη δομή κυριαρχίας

Έχοντας σκιαγραφήσει τη θέση περί μετάβασης σε μία νέα διεθνή δομή κυριαρχίας, είναι απαραίτητο να επαναλάβουμε ότι ο νέος ιμπεριαλισμός του κεφαλαίου αποτελεί τάση και όχι ολοκληρωμένη κατάσταση. Μάλιστα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο μπορεί ποτέ να ολοκληρωθεί. Αν το κεφάλαιο είναι (πέρα από οτιδήποτε άλλο) μία δομή εξουσίας παραμένει γεγονός ότι η αποσπασματικότητα και η πολλαπλότητα του, δηλαδή το ότι δεν έχει μία ενιαία πηγή αλλά εμφανίζεται σε διαφορετικά μέρη, σημαίνει ότι η πραγματοποίηση του πάντα διαμεσολαβείται από διακριτές μορφές και όχι από μία ενιαία πολιτική Ολότητα. Με απλά λόγια, από κράτη και όχι ένα παγκόσμιο κράτος. Για αυτόν τον λόγο και τα έθνη-κράτη δεν έχουν χάσει  τη σημασία τους, για αυτό και η παγκοσμιοποίηση είναι μία αντιφατική διαδικασία που παράγει εθνικισμό αντί να τον εξαφανίζει (όπως οι αισιόδοξοι κήρυκες της κάποτε φώναζαν). Έτσι, μπορεί ο διακρατικός ανταγωνισμός σήμερα (ακόμα περισσότερο από την εποχή του κλασικού ιμπεριαλισμού) να μην αφορά εδαφική κυριαρχία όσο τη θέση στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα, παραμένει όμως να είναι ανταγωνισμός κρατών ο οποίος περιέχει ως εγγενή του δυνατότητα έναν (ενδεχομένως παγκόσμιας κλίμακας) πόλεμο. Έπεται ότι παρόλο που ως πραγματοποιημένη καθολικότητα το κεφάλαιο έχει επεκταθεί σε όλο τον πλανήτη, η Αυτοκρατορία του Κεφαλαίου δεν μπορεί να αποκτήσει πολιτική μορφή που να αντιστοιχεί στον ορισμό της. Αυτή η ένταση μεταξύ πραγματοποιημένης ιμπεριαλιστικής καθολικότητας και εσωτερικών διαφοροποιήσεων που την διασπούν χωρίς να την καταλύουν είναι η ιστορική μορφή πραγμάτωσης του Καπιταλιστικού Πολιτισμού.

Αν λοιπόν ένα κράτος σήμερα μπορεί να θεωρηθεί ιμπεριαλιστικό στον βαθμό που κατέχει ηγεμονική και σημαίνουσα (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική αλλά και πολιτισμική) θέση στην αναπαραγωγή της Αυτοκρατορίας του Κεφαλαίου, φαντάζει λίγο περίεργο να θεωρηθεί η Ελλάδα ιμπεριαλιστική. Για την ακρίβεια, όπως και αν εννοηθεί η έννοια του ιμπεριαλισμού, το να λέγεται ότι η Ελλάδα  είναι ιμπεριαλιστικό κράτος σήμερα καταντάει τη λέξη άνευ νοήματος. Το ελληνικό κράτος βρίσκεται πλέον σε θέση υποτέλειας και το να το αρνούμαστε αυτό είναι πολιτική μυωπία. Αυτό δεν αλλάζει από το γεγονός ότι τα Μνημόνια δεν επιβλήθηκαν μόνο από τα έξω αλλά αποκρινόντουσαν σε χρόνια και πάγια αιτήματα του  ντόπιας αστικής τάξης ούτε από το ότι η παραμονή στην ΕΕ αποτελεί στρατηγική επιλογή των κυρίαρχων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου. Αλλοίμονο άλλωστε αν ένα κράτος θεωρείται ιμπεριαλιστικό απλά και μόνο επειδή κάποιες εταιρείες του έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητες  τους  στο εξωτερικό· το θέμα αφορά την πολιτική δύναμη και βαρύτητα (τα οποία φυσικά σαφώς και έχουν σχέση και με το οικονομικό μέγεθος). Αυτή τη στιγμή το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να ακολουθήσει μία αυτοδύναμη πολιτική, κάτι που φυσικά δεν έχει να κάνει με το νόμισμα αλλά με το χρέος και την ένταξη μέσα στην υπερεθνική δομή της ΕΕ.

Το πραγματικό ζήτημα είναι κατά πόσο η επιδίωξη μία τέτοιας αυτοδύναμης πολιτικής πρέπει να αποτελεί κομμάτι ενός χειραφετικού και επαναστατικού προτάγματος. Για να απαντηθεί η ερώτηση χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας εύκολους αφορισμούς και μία συνθηματική σκέψη. Πάντως θεωρούμε ότι η ιδέα μίας αποδέσμευσης που θα επιτρέψει την αυτοδύναμη εθνική ανάπτυξη δεν απαντάει στα προβλήματα που η ιστορική συγκυρία θέτει. Ή μάλλον απαντά με προβληματικό τρόπο, καθώς σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται να πειραματιστούμε με τρόπους που το εθνικό κέλυφος της πολιτικής θα σπάσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αντιιμπεριαλισμός με την κλασική του μορφή δεν βοηθά ούτε στο να κατανοήσουμε την υποτελή θέση του ελληνικού κράτους σήμερα ούτε ως πρακτική αντίστασης. Αντίθετα, συνεισφέροντας στην εθνικοποίηση των αγώνων, θα λέγαμε ότι λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και επιζήμια. Αν είναι να διατηρηθεί η έννοια του αντιιμπεριαλισμού πρέπει να υποστεί σημαντική θεωρητική ανανέωση και να αποτινάξει, χωρίς να απαξιώνει, την ιστορική της κληρονομιά.

Κενός Κύκλος